Έγκλημα απάτης από τα Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με «υποκρυπτόμενη» απλή συνέργεια της Πολιτείας με ενδεχόμενο δόλο ή ενσυνείδητη αμέλεια;

Posted by on Nov 3, 2013

Έγκλημα απάτης από τα Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με «υποκρυπτόμενη»  απλή συνέργεια της Πολιτείας με ενδεχόμενο δόλο ή ενσυνείδητη αμέλεια;

Τη σήμερον ημέρα, μεσούσης της πανθομολογούμενης επαχθούς δημοσιονομικής κρίσης η οποία επιφέρει καταφανή συρρίκνωση των οικογενειακών εισοδημάτων των πολιτών ανά την επικράτεια, ο έλληνας πολίτης έχει να αντιμετωπίσει επιπλέον την πρωτοφανή δανειακή υπερχρέωση του στις Τράπεζες συνεπεία επισώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών ένεκεν πραγματικής αδυναμίας έγκαιρης αποπληρωμής τους.

Είναι πρόδηλο, ότι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά[1] από την ανελλιπή και συνάμα απερίσκεπτη  λήψη ετερόκλητων χρηματοπιστωτικών προϊόντων από τις τράπεζες τείνουν, ανυπερθέτως, να αποτελέσουν τη σύγχρονη κοινωνική «μάστιγα» η οποία απομυζεί συστηματικώς το οικογενειακό εισόδημα πέραν των λοιπών συναφών δυσμενών συνεπειών που επισύρουν.

Ενώ λοιπόν επί μία δεκαετία, κατά τη διάρκεια της «χρυσής εποχής» της υπερεκχειλίζουσας ευμάρειας του χρηματιστηρίου και εντεύθεν, ήτοι κατά το μάλλον ή ήττον το 1999 και εξής, οι ίδιοι Τραπεζικοί μηχανισμοί δανειοδοτούσαν αφειδώς δίχως να εξετάσουν ενδελεχώς ως όφειλαν στα πλαίσια των συμβατικών τους υποχρεώσεων[2], αν και κατά πόσο ο πιστούχος έχει την ικανότητα (φοροδοτικά εχέγγυα) να αποπληρώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως την, εκ των  ειρημένων δεσμευτικών συμβάσεών τους, τακτική μηναία καταβολή της δόσης, με αποτέλεσμα να διογκωθεί το χρέος των φυσικών προσώπων προς τις Τράπεζες και με συνέπεια, να έρχονται σήμερα εκ των υστέρων (οι Τράπεζες) να πιέζουν  απηνώς και ανηλεώς να πάρουν πίσω τα χρήματά τους με καθοιονδήποτε τρόπο[3] καταστρατηγώντας κάθε ψήγμα νομιμότητας ή ακόμη διαπομπεύοντας τον πιστούχο ανενδοίαστα βλάπτοντας βάναυσα την προσωπικότητά του.

Εις το αντίποδα βεβαίως, ευθύνη φέρει και ο καταναλωτής ο οποίος αποκρινόταν ανέλεγκτα και ανεπιφύλακτα και έστεργε να προσχωρήσει σε μία σύμβαση αγνοώντας τους διαληφθέντες όρους, μη όντας υποψιασμένος ότι συνομολογούσε καταφατικά σε ένα ναρκοθετημένο από, νομικής απόψεως, πεδίο το οποίο θα υποθήκευε εσαεί το μέλλον του.

Όμως σε κάθε περίπτωση δίχως να υποληφθεί ότι ο πολίτης είναι άμοιρος ευθυνών ή τίθεται στο απυρόβλητο η κρίση των επιλογών του, τη μεγαλύτερη  ευθύνη αναμφιβόλως τη φέρουν οι Τράπεζες, καθότι αποτελούν δομικά ισχυρούς και άρτια οργανωμένους οργανισμούς, οι οποίου δεσπόζουν κατά την ίδρυση μίας συναλλαγής με έναν εξυπαρχής εκτεθειμένο, περί των νομικών όρων, καταναλωτή (ασθενές μέρος) ο οποίος, εκ των ων ούκ άνευ, είναι ευεπίφορος στην παραπλάνηση ή παρανόηση αυτών (των διαληφθέντων όρων της συμβάσεως) καθότι οι Τράπεζες από ενδεχόμενο δόλο δεν εφιστούσαν διεξοδικώς την προσοχή στους συναλλασσόμενους καταναλωτές, σκοπώντας από την πλευρά τους (οι Τράπεζες) αποκλειστικά και μόνο στην παραχρήμα υφαρπαγή της υπογραφή τους (καταναλωτές).

Παρά ταύτα, καίτοι, η Πολιτεία γνώριζε το πλαίσιο αυτό επί του οποίου τελούνταν οι συναλλαγές (Τράπεζας-καταναλωτή) παρέλειπε περιέργως νομοθετικά να παρέμβει, προκειμένου να αμβλύνει εγκαίρως την, καταχρηστικώς (281 Α.Κ), διαμορφούμενη ανισότητα μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της Τράπεζας και του φυσικού προσώπου καταδήλως εις βάρος του καταναλωτή.

Με αποτέλεσμα σήμερα όπου η κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψιν και την σο βούσα κρίση και εν γένει αφόρητη οικονομική δυσπραγία να έχει ασφαλώς εκτραχηλιστεί, να προσπαθεί αλυσιτελώς να «χρυσώσει το χάπι» με τον Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.4161/2913, (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα-διάσωσης πρώτης κατοικίας από τυχόν λήψη καταδιωκτικών μέτρων) και την ετήσια προσωρινή αναστολή των πλειστηριασμών[4] (που τείνει στην άρση της απαγόρευσης δυνάμει των τελευταίων εξελίξεων), της πρώτης κατοικίας ανεξαρτήτως του ύψους της οφειλής, αρκεί να εμπίπτει στο αφορολόγητο όριο το οποίο ισχύει σύμφωνα με τις φορολογικές διατυπώσεις.[5]

Εν κατακλείδι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Ελληνική κοινωνία έχει περιέλθει σε  ένα πνιγηρό αδιέξοδο καθότι τα μέλη της είναι  υπερχρεωμένα βιώνοντας μία υπέρμετρα ανεπανόρθωτη και δυσχερώς αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση με την Τράπεζα σε ρόλο «μαφιόζου τοκογλύφου» και την Πολιτεία να κύπτει το γόνυ υποτακτικά προσπαθώντας στα πλαίσια της επώδυνης αυτής της «οικονομίστικης» διελκυστίνδας, Τράπεζας-πολίτη, να διατηρήσει μία εύθραυστη δήθεν ισορροπία υπέρ του πολίτη, κατ’ ουσίαν όμως πλειοδοτεί υπέρ των Τραπεζών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι εισαγόμαστε εκόντες άκοντες σε μία Νέα Τάξη   πραγμάτων η οποία αποσκοπεί στην κατάλυση της  έννοιας της ιδιοκτησίας όπως ίσχυε μέχρι σήμερα καθότι θα καθίσταται αντικειμενικά αδύνατο η συντήρησή αυτών λόγω των επαχθών φόρων, τελών και ούτω καθ’ εξής.

Εντούτοις το φαινόμενο της υπερχρέωσης και των τάσεων αφερεγγυότητας των καταναλωτών μεταξύ άλλων ίδρυσαν μία ψευδεπίγραφη καταναλωτική νοοτροπία στους πολίτες οι οποίοι απώλεσαν το ήθος τους, αλλοιώθηκε ουσιωδώς το φρόνημά τους καθότι πείστηκαν ότι δια της προπεριγραφείσας πλασματικής ευμάρειας καταργήθηκαν άνευ ετέρου τινός οι κοινωνικές τάξεις και κατακτήθηκε επάπειρον το αγαθό της ευτυχίας μέσω της καταναλωτικής μονοτροπίας.

Χάρης Κατσιβαρδάς

Δικηγόρος LLM

 


[1] Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.4161/2013 αφορά τον  νόμο περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων που κατ’ ουσίαν αποτελεί την πτώχευση του φυσικού προσώπου συνεπεία εκδήλωσης αφερεγγυότητας του δανειολήπτη καταναλωτή προς τα Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

[2]  Καταχρηστικοί Γενικοί όροι συναλλαγών ( ρήτρα απαγόρευσης, παρ. 6 άρθρου 2 του Ν. 2251/1994) όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 24 β του άρθρου 10 του Ν. 2741/1999)

[3] Ο νόμος λειτουργίας των εισπρακτικών εταιριών Ν. 3758/2009 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.4038/2012

[4] Με την από 18-12-2012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου («Κατεπείγουσες Ρυθμίσεις για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας»), που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 246/18-12-2012 τευχ. Α, και ειδικότερα στο άρθρο 5 ορίζεται ότι αναστέλλονται οι πλειστηριασμοί μέχρι και την 31-12-2013.

[5] Το αφορολόγητο όριο ορίζεται από το άρθρο 1 του Ν. 1098/1980, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 3842/2010