Παρέκβαση, από τρωτά του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος…

Posted by on Aug 1, 2010

δημοσιεύτηκε στο www.lawyersvoice.gr την 1 Αυγούστου 2010

Οι ιλιγγιώδεις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις πέραν της διάχυτης ανησυχία που διέσπειραν και του άγχος που εμποιήσαν στον κόσμο για το άδηλο μέλλον αναφορικώς με την πορεία της Ελλάδας σε καθολικό επίπεδο γέννησαν και μια προβληματική η οποία άρχισε να καθίσταται εμφανής εκ των ειδικών περιστάσεων.

Αν εγκύψουμε με ιδιαίτατη σπουδή, θα συνειδητοποιήσουμε πως ο Ελληνικός λαός, πέραν και πάνω από τα πολιτικά του φρονήματα και την ταξική του προέλευση, έπαψε να εμπιστεύεται το συνδικαλιστικό κίνημα ως λυσιτελές μέσο διαμαρτυρίας και αντίδρασης κατά της κυβέρνησης, η οποία αυθαιρετεί τόσο κατά του κοινοβουλευτισμού, όσο και έναντι του, μαζικώς, αφιονισμένου κοινωνικού σώματος για τους πλέον, κοινότοπους λόγους, που έχουμε κατά καιρούς, διεξοδικώς, εκθέσει ( παρελκυστική πολιτική, πατερναλισμός, αντισυνταγματικός ο επίμαχος κυρωτικός νόμος του Μνημονίου και τα συμπαρομαρτούντα). Πλην όμως, της συνήθης πολιτικής προσέγγισης, κρίνεται σκόπιμο να φωτίσουμε, πέραν από τα λοιπά παρεπόμενα ουσιώδη γεγονότα, πως η παρούσα κυβέρνηση, κατόρθωσε με ταχυδακτυλουργική επιδεξιότητα, να υφαρπάξει την ψήφο του εκλογικού σώματος, με μια σωρεία ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, μέσω μιας ανερμάτιστης συνθηματολογικής ρητορικής, περί άρθρωσης στρατηγικού σχεδιασμού, με απώτερο, δήθεν, σκοπό την άρση από το διαφαινόμενο οικονομικό αδιέξοδο. Σε κάθε περίπτωση, είναι άξιο μνείας, σήμερα, να αναδύσουμε, την καίρια πτυχή της παρούσας κρίσης, που συνίσταται στην δυσαρμονία σκοπών και επιδιώξεων, μεταξύ της παρούσας κυβέρνησης και του εκλογικού σώματος, το οποίο, εν μέρει, ευθύνεται για την παρούσα κατάσταση, διότι  συνέργησε, δια της ψήφο του, με μόνη ελαφρυντική περίσταση την ενσυνείδητη αμέλεια, (όπως εκ των υστέρων απεδείχθη), για τις μετέπειτα εξελίξεις. Αυτό σημαίνει, πως είναι σαφές ότι, η πολιτική αντιπροσωπεία, ήτοι, οι, σήμερα, κυβερνώντες, που ασκούν την εκτελεστική εξουσία, ποδοπατούν την λαϊκή κυριαρχία, που τους νομιμοποίησε, ως το πλειοψηφούν κόμμα στη βουλή. Η πρακτική αυτή δεν είναι «έκνομη» , (ενδεχομένως ηθικώς επιλήψιμη), αλλά ενταύθα το ζητούμενο είναι, πως με το εν ισχύ, αντιπροσωπευτικό σύστημα εξουσίας, ισχυροποιείται η παντοδυναμία και, εν πολλοίς, η αυθαίρετη κρατική εξουσία, δεδομένου ότι, δεν υπόκεινται σε λογοδοσία και αφίσταται οιουδήποτε ελέγχου από το εκλογικό σώμα. Ως εκ τούτο, είναι εύλογο, να λαμβάνει αποφάσεις που να είναι προδήλως ασυμβίβαστες με το συμφέροντα του εκλογικού σώματος, είτε να αντίκεινται ευθέως στο κοινό αίσθημα. Ειδικότερα δε, το Συνταγματικώς κατοχυρωμένο, αντιπροσωπευτικό σύστημα της Πολιτεύματος μας, επουδενί τρόπο, πραγματώνει ουσιαστικά τη θεμελιώδη αρχή του Κοινοβουλευτισμού, ήτοι τη λαϊκή κυριαρχία. Επί παραδείγματι, στην παρούσα οικονομική κρίση υπάρχει πλήρης δυσαρμονία της βούλησης του εκλογικού σώματος  με την κυβέρνηση, καθώς, η κυβέρνηση λαμβάνει αποφάσεις, κατ’ουσίαν, απόντος του λαού, ο οποίος εκλήθη άπαξ, να συμμετάσχει ενεργώς, αλλά, μόνον στιγμιαίως, δια της ψήφου του και μετέπειτα μετετράπη σε μια ευνουχισμένη ανενεργή οντότητα και παροπλισμένο  θεατή των εξελίξεων, δίχως δικαίωμα υποτυπώδους συμμετοχής στο νομοθετικό έργο, δίχως την παραμικρή δυνατότητα ελέγχου την κυβερνώντων. Ως εκ τούτου, φρονώ πως οι, εξ αντικειμένου, ιδιαίτατα, δυσχερείς συνθήκες, υπαγορεύουν τη θεμελίωση μιας εμπεριστατωμένης πρότασης, η οποία συνίσταται, στην αναθεώρηση του Συντάγματος για την τροποποίηση του αντιπροσωπευτικού με το δημοκρατικότερο, ημι-αντιπροσωπευτικό σύστημα, το οποίο θα φαλκιδεύσει τελεσφόρως, τη νόσφιση της εξουσίας από ελιτίστικές κάστες και θα παρεμποδίσει τις οικονομικές ολιγαρχίες να νέμονται την πολιτική εξουσία. Το ημι-αντιπροσωπευτικό σύστημα, το οποίο, ήδη, εφαρμόζεται στην Ελβετία, στις Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, καθώς και σε άλλες χώρες, συνίσταται στην προστασία του λαού, υπό την ευρύτερη έννοια, από την κρατική απολυταρχία αφού του διασφαλίζει τη δυνατότητα να συμμετέχει στις αποφάσεις των πολιτειακών του αντιπροσώπων, καθώς και να ελέγχει, τυχόν, αποφάσεις των κυβερνώντων που προσκρούουν στην πολιτική του βούληση. Είναι γεγονός πως το περί ού  ο λόγος σύστημα είναι συγκερασμός, αφενός της άμεσης δημοκρατίας και εξ ετέρου του αντιπροσωπευτικού συστήματος και κατοχυρώνει τη διαρκή συμμετοχή του πολίτη στα κοινά σε κάθε επίπεδο, αίροντας την αποξένωσή του και καταργώντας την άπαξ  και αποκλειστική του δράση κατά τη στιγμή της καθολικής ψηφοφορίας. Η άμεση και διαρκή συμμετοχή του πολίτη επιτυγχάνεται, δια της καθίδρυσης και λυσιτελούς λειτουργία αντίστοιχων θεσμών, οι οποίοι εγγυώνται εν τοις πράγμασι, της συμμετοχή του εκλογικού σώματος στα διαδικασίες. Οι θεσμοί λαϊκής συμμετοχής, είτε με τη μορφή α)άμεσου ελέγχου των κυβερνώντων από το λαό που συνίστανται αφενός, στο θεσμό ατομικής ανάκλησης του βουλευτή από το λαό και αφετέρου στο θεσμό της διάλυσης της Βουλής από το λαό και β) με τη μορφή συμμετοχής στο νομοθετικό έργο και ελέγχου των αποφάσεων των κυβερνώντων με τους εξής θεσμούς: το θεσμό λαϊκής νομοθετικής ή συνταγματικής πρωτοβουλίας καθώς και το θεσμό λαϊκής αρνησικυρίας και ακυρωτικό δημοψήφισμα κατ’αντιστοιχία με τα ως άνω. Άρα, εμφαίνεται βεβαίως, η βέλτιστη πραγμάτωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, με τον περιορισμό της αυθαιρεσίας της εκάστοτε κυβέρνησης, υπέρ του λαού, σε συνδυασμό με την ταυτότητα πολιτικής βούλησης λαού και κυβέρνησης. Κοντολογίς, αίρεται η πολιτική ανακολουθία και ασκείται ουσιαστικός και διαρκής έλεγχος, συνεπεία λοιπόν τούτου διασφαλίζεται, καθόν τρόπο, η αποτελεσματικότερη λειτουργία του κοινοβουλευτικού οικοδομήματος και του Δημοκρατικού, εν γένει, κεκτημένου. Συμπερασματικώς, με βάσει τα ως άνω, η πρόταση είναι νόμιμη, βάσιμη και ουσιαστική και συνίσταται στο ότι πρέπει να γίνει, αυθωρεί και παραχρήμα, αναθεώρηση της επίμαχης διάταξης του υπάρχοντος Συντάγματος, δεδομένου πως συνάδει με τα διαλαμβανόμενα στο οικείο άρθρο (110 Συντάγματος) που διέπει την αναθεωρητική διαδικασία. Άρα, εφόσον, « η διάταξη περί αντιπροσωπευτικού συστήματος», δεν καθορίζει τη βάση και τη μορφή του Πολιτεύματος, ως Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και εκφεύγει του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος, καθίσταται, πράγματι, εφικτό να αναθεωρηθεί για τη βελτίωση των ως άνω προαναφερθέντων. Κοντολογίς, η ρηξικέλευθη πρόταση, υπάρχει νομοτύπως, χωρίς να προσκρούει σε κάποιο αντικειμενικό πρόσκομμα, επομένως, αυτό το οποίο απομένει, είναι η ύπαρξη υπερβατικής και γενναίας πολιτικής βούλησης, ικανής, να επιθυμεί την εκ βάθρων, αλλαγή και όχι απλώς και μόνο τη συντήρηση, μιας  χαίνουσας σηψαιμικής κατάστασης.